ἀληθής

ἀληθής
Grammatical information: adj.
Meaning: `true, real' (Il.).
Dialectal forms: Dor. ἀλᾱθής
Derivatives: ἀληθείη, -είᾱ and ἀλήθειᾰ (younger, Schwyzer 469) `truth, reality'. - Verb: ἀληθεύω `speak the truth' (S.)
Origin: IE [Indo-European] [651] *leh₂dʰ- `be hidden'
Etymology: ἀληθής can be a compound with α privativum and *λῆθος, Dor. λᾶθος , or λήθη, or λήθω, with λαθ- meaning `be hidden, be unknown'. Cf. W. Luther "Wahrheit" und "Lüge". Borna-Leipzig 1935; Frisk GHÅ 41 (1935 : 3), 18.
Page in Frisk: 1,71

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀληθής — unconcealed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αληθής — Ο αληθινός, ο ακριβής, ο σωστός, ο αδιάψευστος, ο βέβαιος, ο πραγματικός, ο φανερός. Στην αρχαία ελληνική, ο φιλαλήθης, ο ειλικρινής. (Αστρον.)Ο όρος α. χρησιμοποιείται συχνά στην αστρονομία για διάφορους χαρακτηρισμούς: α. άξονας περιστροφής της …   Dictionary of Greek

  • ἀλήθης — ἀ̱λήθης , ἀλάομαι wander aor ind mp 2nd sg (attic doric ionic aeolic) ἀλάομαι wander aor ind mp 2nd sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οἶνος ἦν ἀληθής. — οἶνος ἦν ἀληθής. См. Вся правда в вине …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἀληθῆ — ἀληθής unconcealed neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀληθής unconcealed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀληθής unconcealed masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀληθέστερον — ἀληθής unconcealed adverbial comp ἀληθής unconcealed masc acc comp sg ἀληθής unconcealed neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀληθεστάτων — ἀληθής unconcealed fem gen superl pl ἀληθής unconcealed masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀληθεστέρων — ἀληθής unconcealed fem gen comp pl ἀληθής unconcealed masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀληθεστέρως — ἀληθής unconcealed masc acc comp pl (doric) ἀληθής unconcealed comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀληθεῖ — ἀληθής unconcealed masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀληθής unconcealed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀληθεῖς — ἀληθής unconcealed masc/fem acc pl ἀληθής unconcealed masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.